Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης: ΜΟΥΣEΙΟ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Το ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ και το ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ αποτελούν ένα ειδικό δείγμα πρωτοβουλίας πολιτών, μοναδικό στην ιστορία του ελληνικού εικαστικού χώρου. Η αφετηρία του Μ.Κ.Σ.Τ. σημειώνεται το 1978. Ήταν μια πρόταση της Μάρως Λάγια προς στον Αλέξανδρο Ιόλα, σε μια συζήτηση που είχε μαζί του, όταν αυτός ενδιαφέρθηκε να μάθει το μέγεθος της καταστροφής των πολιτιστικών δομών της Θεσσαλονίκης. Στην δημιουργία ενός κέντρου σύγχρονης τέχνης ο Ιόλας φάνηκε θετικός λέγοντας «ναι βρε παιδί μου, όχι νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, ένα κέντρο σύγχρονης τέχνης για τη Θεσσαλονίκη».

Ταυτόχρονα, στο αγρόκτημα της οικογένειας Δαμπασίνα, μια παρέα φιλότεχνων πολιτών, όπου είχε βρει καταφύγιο από τον καταστρεπτικό σεισμό, συζητούσε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η πόλη, με τη μεγάλη καταστροφή των μνημείων. Παράλληλα η συζήτηση στρέφεται και προς τη δημιουργία ενός κέντρου σύγχρονης τέχνης, που απουσιάζει από τις πολιτιστικές δομές της πόλης.

O τότε δημοτικός σύμβουλος Αργύρης Μαλτσίδης, ο οποίος φιλοξενούνταν και αυτός εκεί, πρόβαλε το παράδειγμα του Μουσείου στα Σκόπια, το οποίο είχε επισκεφτεί και το οποίο ιδρύθηκε μετά από τους καταστρεπτικούς σεισμούς το 1963 κάνοντας έκκληση προς τους καλλιτέχνες από όλες τις χώρες και ζητώντας δωρεές και έργα τέχνης.

Ωστόσο, καθοριστικής σημασίας για το θετικό αποτέλεσμα της ιδέας, υπήρξε η διαρκής επικοινωνία της Μάρως Λάγια (ιδιοκτήτριας της Γκαλερί ΖΗΤΑ ΜΙ, μοναδικού εκθεσιακού χώρου γκαλερί σύγχρονης τέχνης στην εποχή εκείνη) με τον Αλέξανδρο Ιόλα. Η φιλική σύνδεσή τους και η επιμονή και εμμονή της πρώτης στο θέμα, οδήγησαν στη συγκατάνευση της δωρεάς αυτού του πολυτάλαντου γκαλερίστα, ο οποίος είχε μεγάλη και καθοριστική απήχηση στον διεθνή εικαστικό χώρο.

Το γεγονός αυτό ενεθάρρυνε τόσο αυτούς που γέννησαν την ιδέα, όσο και αυτούς που την ενστερνίστηκαν. Επίσης, από την αρχή της κινητοποίησης, θερμός υποστηρικτής σε όλες τις ενέργειες, κυρίως τις απαιτούμενες διαδικαστικές για τη δημιουργία του σωματείου ήταν ο γνωστός καπνέμπορος της Θεσσαλονίκης Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πέτρος Καμάρας, ευαισθητοποιημένος πολίτης στις τέχνες και τα γράμματα.

Δείτε την ιστορική ανασκόπηση του μουσείου στο παρακάτω βίντεο.

 

Ιστορικό Βίντεο του Μουσείου

Έτσι, το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο, με Πρόεδρο τον Πέτρο Καμάρα προχώρησε στην ίδρυση του Σωματείου, το οποίο εγκρίνεται στις 30.01.1979, με την επωνυμία Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης και συντάσσεται κείμενο, το οποίο στέλνεται σε διάφορους φορείς και αποδέκτες με τίτλο: Σκέψεις για την ίδρυση Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.

Ως ιδρυτικά μέλη, εκτός από τους προαναφερθέντες, συμμετείχαν επώνυμοι πολίτες της Θεσσαλονίκης όπως οι: Μανώλης Ανδρόνικος, Αντώνης Ανεζίνης, Νίκος Βασιλακάκης, Παύλος Ζάννας, Πέτρος Δημητρακόπουλος, Δημήτρης Ευρυγένης, Σοφία Καζάζη, Κλείτος Κύρου, Παναγιώτης Κόκκας, Κατερίνα Καμάρα, Γιώργος Κονταξάκης, Βασίλης Λαδένης, Ελένη Λαζαρίδου, Γιώργος Λαζόγκας, Κωνσταντίνος Λεφάκης, Γιώτα Κραβαρίτου Μανιτάκη, Ιωάννα Μανωλεδάκη, Πέτρος Μακρίδης, Αίνη Μιχαηλίδου, Γιάννης Μπουτάρης, Αλεξάνδρα Μπουτάρη, Δώρης Οικονόμου, Ρούλα Πατεράκη, Ξανθή Σκαρπιά-Χόιπελ, Νόρα Σκουτέρη, Πάνος Τζώνος, Αλέξανδρος Τσάμης, Δημήτρης Φατούρος κά.

Στη συνέχεια, το σωματείο προσανατολίζεται στην εξεύρεση χώρου για την στέγαση των σαράντα επτά έργων της δωρεάς Αλέξανδρου Ιόλα, με τις δραστικές ενέργειες του πρώτου εκλεγμένου προέδρου, του Πέτρου Καμάρα και των μελών του Δ.Σ. αλλά και τις προσπάθειες προβολής του θέματος από την ειδική γραμματέα του ΜΚΣΤ Ελένης Λαζαρίδου, διευθύντριας προβολής και δημοσίων σχέσεων της ΔΕΘ.

Η αναζήτηση αυτή κράτησε ως το 1982, επειδή σημειώθηκε μεγάλη απροθυμία προσφοράς από τους πολίτες της Θεσσαλονίκης. Στο χρονικό αυτό διάστημα το ΜΚΣΤ πραγματοποίησε σειρά εκθέσεων σε διάφορους χώρους της πόλης, εκθέσεων με υψηλή εικαστική ποιότητα.

Την οικονομική στήριξη όλων αυτών, καθώς και των παράλληλων εκδηλώσεων, επωμίζεται, από τα ιδρυτικά μέλη, ο Γιάννης Μπουτάρης, θερμός υποστηρικτής του κέντρου, ο οποίος δεν αναλαμβάνει μόνο τη θέση του Ταμία, αλλά προσφέρεται με την εταιρία Ι. Μπουτάρης & Υιός ΑΕ και ως αποκλειστικός χορηγός για 15 χρόνια, σηκώνοντας το οικονομικό βάρος της λειτουργίας του. Είναι ο πρώτος ευεργέτης του κέντρου, στην ιστορία του οποίου παίζει συνεχώς σημαντικό ρόλο.

Παρέμεινε όμως πάντα ανοικτό το θέμα της δωρεάς Ιόλα, εφόσον δεν εξασφαλιζόταν ο απαιτούμενος εκθεσιακός χώρος.

Στη δυσκολία εύρεσης αιθουσών, τη λύση έρχεται να δώσει μια άλλη μεγάλη προσφορά αυτή του γνωστού βιομηχάνου Γιώργου Φιλίππου, μετά από την μεσολάβηση της Σοφίας Καζάζη, ιστορικού της τέχνης. Ο Φιλίππου διαθέτει 850 τετρ. μέτρα από τους χώρους του εργοστασίου του. Η προσφορά Φιλίππου, σημαντικά αξιόλογη από κάθε άποψη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση του Kέντρου (αργότερα το Δ.Σ. τον τιμά ως ευεργέτη) επειδή τελικά, μέσω αυτής, πείθεται και ο Ιόλας για την ταγμένη πρόθεση των μελών του σωματείου να οδηγήσουν το Kέντρο σε Ίδρυμα με μουσειακή λειτουργία. Στα παραπάνω βοήθησαν και οι ισχυρές διαβεβαιώσεις και η πειθώ της Μάρως Λάγια, που τελικά τον έπεισαν να δωρίσει σαράντα επτά έργα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Ο ίδιος μάλιστα αποφασίζει να επιμεληθεί μαζί με τη Μάρω Λάγια την μετασκευή των χώρων σε εκθεσιακές αίθουσες, χρηματοδοτώντας τις κατασκευές με 1 εκ. δρχ., συν τις 700 χιλ. δρχ. που προσφέρθηκαν από τον Γιάννη Μπουτάρη. Την επιμέλεια της τοποθέτησης των έργων του ανέλαβε ο ίδιος ο Ιόλας.

Έτσι, με την έκθεση « Σύγχρονη Ζωγραφική Γλυπτική» δωρεά Ιόλα, το 1984 ξεκινά επίσημα και ο πρώτος κύκλος ζωής του Κέντρου. Αξιοσημείωτο επίσης γεγονός, για την υπόσταση του ΜΚΣΤ την περίοδο αυτή, είναι και η μεγάλη δωρεά του Franz Geierhaas, που εμπλουτίζει τη συλλογή με τα εξαιρετικής ποιότητας χαρακτικά του, μετά από τις μεσολαβητικές προσπάθειες, του μέλους του Δ.Σ. Ιωάννας Μανωλεδάκη.

Μέχρι τα μέσα του 1986, τα πρώτα δύο Διοικητικά Συμβούλια προσπαθούν να κάνουν γνωστή την ύπαρξη του ΜΚΣΤ με εκθέσεις και εκδηλώσεις, είτε χρησιμοποιώντας μια μικρή αίθουσα του κέντρου στην Φιλκεράμ Τζόνσον, είτε αναζητώντας άλλες εκθεσιακές αίθουσες στη πόλη.

Το Δ.Σ του ΜΚΣΤ, της διετίας 1986-88,με 6 νέα μέλη, από τα ιδρυτικά, συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, την εκθεσιακή δραστηριότητα του κέντρου. Στα μέλη αυτά, συγκαταλέγεται και η Δρ αρχιτέκτων Ξανθή Σκαρπιά-Χόιπελ, η οποία δέχεται να υποβάλλει υποψηφιότητα για την Προεδρία στο επόμενο Δ.Σ του Κέντρου, μετά από τεκμηριωμένη πρόταση του Πέτρου Καμάρα και εκλέγεται. Ωστόσο, παρόλη τη δραστηριότητα του Κέντρου σημειώνεται μια μεγάλη κάμψη στην προβολή του επειδή μειώνεται συνεχώς ο ρυθμός της επισκεψιμότητας. Το κοινό της Θεσσαλονίκης προσέρχεται στα εγκαίνια των εκθέσεων, αλλά τις άλλες ημέρες απουσιάζει. Το γεγονός αυτό συζητείται και προβληματίζει επίμονα το Διοικητικό Συμβούλιο. Αναζητούνται ερμηνείες του φαινομένου, που τελικά αποδίδονται στην άρνηση αντίληψης των μηνυμάτων της σύγχρονης τέχνης, αλλά και στη δυσκολία πρόσβασης, σε συνδυασμό με την χιλιομετρική απόσταση του Κέντρου από την καρδιά της πόλης και κυρίως με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες το χειμώνα.

Αρχές του 1988, το Δ.Σ. υιοθετεί εντονότερα μια πολιτική συνεργασιών με ξένες αποστολές, κυρίως με το Ινστιτούτο Goethe, αλλά και με το Δήμο Θεσσαλονίκης. Έτσι αρχίζει πάλι μια εντατικοποίηση των δραστηριοτήτων, που οδηγεί σε μια πραγματική πολιτιστική Οδύσσεια του ΜΚΣΤ, αφού τα επόμενα τέσσερα χρόνια οργανώνονται περιοδικές εκθέσεις με υψηλή ποιότητα, σε κάθε πιθανό εκθεσιακό χώρο της Θεσσαλονίκης, παλιό Αρχαιολογικό μουσείο, νέο Αρχαιολογικό μουσείο, Λευκός Πύργος, Αλατζά Ιμαρέτ, Λιμάνι Θεσσαλονίκης, ΔΕΘ.

Μέσα σε αυτή την εκθεσιακή ατμόσφαιρα, προβάλλει συνεχώς η ανάγκη εύρεσης μόνιμων αιθουσών για τις περιοδικές εκθέσεις και η αναζήτησή τους τίθεται ως θέμα συζήτησης σε κάθε συνεδρίαση των Δ.Σ. Τελικά επικρατούν δύο προτάσεις που εστιάζονται: σε υφιστάμενο περίπτερο της ΔΕΘ (πρόταση της προέδρου Ξανθής Σκαρπιά-Χόιπελ) ή σε αίθουσα του λιμανιού (πρόταση Αντιπροέδρου Μάρως Λάγια). Επικρατεί η πρόταση για το περίπτερο της ΔΕΗ στη ΔΕΘ και έτσι ξεκινά η προσπάθεια απόκτησης ενός χρησιδανείου.

Μετά από απόφαση του Δ.Σ, η πρόεδρος ξεκινά ισχυρές και επίμονες ενέργειες προς τον Πρόεδρο της ΔΕΘ κ. Ρήγα Τσελέπογλου, και προς τον Διοικητή της ΔΕΗ, καθηγητή του ΑΠΘ, Θεμιστοκλή Ξανθόπουλο. Τελικά, στις 15 Μαΐου 1991, δίδεται το περίπτερο της ΔΕΗ με χρησιδάνειο, με εξαίρεση τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, μήνες που η ΔΕΗ ετοιμάζεται για τη συμμετοχή της στη Διεθνή Έκθεση. Τα επόμενα βήματα προσδιορίζονται στην εξεύρεση οικονομικών πόρων απαραίτητων για την μετατροπή του περιπτέρου σε εκθεσιακό χώρο με ειδικές προδιαγραφές.

Με τη βοήθεια του περιφερειάρχη καθηγητή κ. Δημήτρη Βλάχου, οποίος παρακολουθούσε όλη την εκθεσιακή και εκδοτική δραστηριότητα του ΜΚΣΤ, μελετούνται τα δεδομένα. Επικρατούν κυρίως αυτά, που δείχνουν το πρωτοποριακό πρόσωπο του Κέντρου, όχι μόνο στην Θεσσαλονίκη αλλά και σε όλο τον ελλαδικό χώρο.

Έτσι γίνεται δεκτό το αίτημα της διαμόρφωσης του περιπτέρου σε εκθεσιακό πολιτιστικό χώρο και εντάσσεται στο Β’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Πολιτισμός, με την έγκριση 60 εκ. δρχ. Το ποσό συμπληρώνεται από ένα δάνειο 10 εκ. δρχ. από την εταιρεία Ι. Μπουτάρης και Υιός και το έργο ολοκληρώνεται από την προσφορά, των αρχιτεκτονικών σχεδίων του Πέτρου Μακρίδη, των στατικών σχεδίων και της οικονομοτεχνικής μελέτης προσφορά του Αργύρη Μαλτσίδη, διεκπεραιωτικών και επίβλεψης, προσφορά Αργύρη Μαλτσίδη και Ξανθής Σκαρπιά-Χόιπελ.

Το περίπτερο εγκαινιάζεται το 1992 από την Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, με την έκθεση «Automates et Robots», σε συνδιοργάνωση με το Γαλλικό Ινστιτούτο.

Την ίδια χρονιά το Κέντρο, παρουσιάζει δύο παράλληλες εκθέσεις στο Ζάππειο Μέγαρο. Μία παρουσίαση με έργα Γλυπτικής από την συλλογή και μια με θέμα «Καλλιτέχνες από τη Βόρεια Ελλάδα: από τις δύο διαστάσεις στο χώρο».

Επιπλέον, η ίδια χρονιά μπορεί να χαρακτηριστεί σημαδιακή για τις σχέσεις ΥΠ.ΠΟ. και Κέντρου, αφού η Πρόεδρος Ξανθή Σκαρπιά –Χόιπελ και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, Κατερίνα Καμάρα, Αλεξάνδρα Μπουτάρη, επιχειρούν για πρώτη φορά επίσκεψη στον τότε Γενικό Γραμματέα Πολιτισμού Παναγιώτη Φωτέα, και ζητούν την οικονομική ενίσχυση του Υπουργείου, προβάλλοντας την καθ΄ όλα επιτυχή πορεία του Κέντρου.

Με την θετική εισήγηση του αείμνηστου Παναγιώτη Φωτέα, ευαισθητοποιημένου πολιτικού στελέχους προς τον εθελοντισμό, η Υπουργός Πολιτισμού κ. Ψαρούδα – Μπενάκη εγκρίνει 10 εκ. δρχ., τα πρώτα χρήματα της ελληνικής Πολιτείας, ανταμείβοντας έτσι τις δυναμικές προσπάθειες ενός πολιτιστικού κέντρου σύγχρονης τέχνης, του πρώτου στον ελληνικό εικαστικό χώρο.

Τα επόμενα δύο χρόνια το μέλος του κέντρου Δ.Σ. Κατερίνα Καμάρα, επιχειρεί να φέρει εις πέρας την καταστατική του υποχρέωση, δηλ. την νομοθετική διαδικασία της ίδρυσης του μουσείου. Αυτό επιτυγχάνεται με τη βοήθεια του καθηγητή Συνταγματικού δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, κ. Γιώργου Παπαδημητρίου, το γραφείο του οποίου αναλαμβάνει τις διαδικαστικές ενέργειες και επιτυγχάνει το 1994, την ίδρυση του Ιδρύματος Ν.Π.Ι.Δ. «Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης» υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Αυτό γιορτάζεται με την δημιουργία μιας έκθεσης στο Ζάππειο Μέγαρο υπό την Αιγίδα του Υπουργείου εξωτερικών (Υπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος).

Οι επόμενες ενέργειες, στα χρόνια 1994, 1995, 1996, προσδιορίζονται αφενός σε 22 εκθεσιακές επιτυχίες, οι περισσότερες των οποίων συνοδεύονται από καταλόγους, παράλληλες εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα, αφετέρου στις προσπάθειες εξεύρεσης οριστικότερων λύσεων για μια μόνιμη στέγη. Αυτό μοιάζει πλέον απόλυτα αναγκαίο, αφού θα δώσει τη δυνατότητα μεταφοράς της συλλογής Ιόλα από τους χώρους της Φιλκεράμ Τζόνσον, ικανοποιώντας και το γραπτά διατυπωμένο αίτημα του Γιώργου Φιλίππου, για χρήση των συγκεκριμένων αιθουσών, λόγω επέκτασης της βιομηχανικής μονάδας.

Η προσοχή για μια επέκταση, στρέφεται στο οικόπεδο των 250 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη συνέχεια του υφιστάμενου περιπτέρου της ΔΕΗ. Με επανειλλημένα και επίμονα αιτήματα της προέδρου προς τον κ. Αλέκο Μπακατσέλο, Πρόεδρο της ΔΕΘ, δρομολογείται θετικά το θέμα, όταν ο τελευταίος πείθεται ότι το κτίσμα αυτό θα αποτελέσει προσφορά της ΔΕΘ στην διοργάνωση εορταστικών εκδηλώσεων της Θεσσαλονίκης, ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Ετοιμάζονται τα σχέδια της τριώροφης κτιριακής ενότητας, αρχιτεκτονικά, δωρεά της Ξανθής Σκαρπιά-Χόιπελ του γραφείου «Τζώνος, Χόιπελ, Χόιπελ», στατικά, δωρεά της Πέννυς Αντωνιάδη του γραφείου ΒΑΣΙΣ/ΣΥΣΜ ΑΕ και ηλεκτρομηχανολογικά, δωρεά του γραφείου Σαρόπουλος-Λαγός.

Υποβάλλονται στην εταιρεία των Μanagement, ΑΡΧΙΤΕΧ ΑΤΕ και μετά από διαγωνισμό κατασκευάζεται από την εταιρεία «Ανδρεάδης-Ζησιάδης, ΑΤΕ».

Η επίβλεψη, δωρεά: αρχιτεκτονικά Ξανθή Σκαρπιά- Χόιπελ, στατικά, Πέννυ Αντωνιάδη.

Παρ΄ όλες τις δυσκολίες που προέκυψαν από την εύρεση αρχαιολογικών ευρημάτων, διατηρώντας ένα τμήμα δρόμου που οδηγεί σε ταφικό μνημείο, το κτίριο εγκαινιάζεται έγκαιρα, ως πρώτο των έργων της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Προγραμματίζονται δε ταυτόχρονα, τρεις σημαντικές εκθέσεις εκ των οποίων οι δύο σε συνδιοργάνωση με το Ίδρυμα Ι. Φ. Κωστοπούλου, «Αναδρομική του Παύλου», με επιμελήτρια την Κατερίνα Κοσκινά και «Αναδρομική Ακριθάκη», με επιμελήτρια Μαρία Κοτζαμάνη και μία με τη συμμετοχή της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης Θεσσαλονίκη ’97», «Αναδρομική Κεσσανλή», με επιμελητή τον Γιώργο Τζιρτζιλάκη.

Στη συνέχεια μεταφέρεται από τη Φιλκεράμ Τζόνσον η συλλογή του Ιόλα και παρουσιάζεται στις νέες αίθουσες, που πήραν το όνομα του πρώτου δωρητή, Αλέξανδρου Ιόλα, με επιμέλεια έκθεσης: Κατερίνα Καμάρα, Μάρω Λάγια, Ξανθή Σκαρπιά-Χόιπελ.

Την περίοδο αυτή επιδιώκεται και αναμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του μουσείου.

Προτείνεται από τη Μάρω Λάγια και την Ξανθή Σκαρπιά - Χόιπελ ο Γλύπτης Φιλόλαος (βραβευμένος με τον Σταυρό του Ιππότη Καλών Τεχνών από την Γαλλική Ακαδημία), γνωστός για τις δημιουργίες του στους δημόσιους χώρους του Παρισιού, στη Valence και στην Τουλούζη, προκειμένου να δεχτεί να δώσει τις συμβουλές του για το έργο.

Τα σχέδια του γλύπτη επεξεργασμένα από την Πρόεδρο, εγκρίνεται από τα μέλη του Δ.Σ και αρχίζει ένας νέος γύρος αναζήτησης οικονομικών πόρων. Αποφασίζεται και επιδιώκεται η επίσκεψη στον Υπουργό του ΥΠΕΧΩΔΕ κ. Κώστα Λαλιώτη, από την Πρόεδρο και την Αλεξάνδρα Μπουτάρη μέλους του Δ.Σ., ο οποίος εγκρίνει το αιτούμενο ποσό των 100 εκ. δρχ.

Μετά από πολλές διαδικαστικές ενέργειες της Προέδρου στις Τεχνικές Υπηρεσίες της Περιφέρειας, εγκρίνεται η κατασκευή του μεγάλου αυτού γλυπτικού έργου εκτάσεως 560 τετρ. μέτρων και ανατίθεται η δημιουργία του, στον Φιλόλαο με την επίβλεψη της οικονομοτεχνικής μελέτης και της διαχείρισης των κονδυλίων σε αρχιτέκτονα μηχανικό της Τεχνικής Υπηρεσίας της Περιφέρειας.

Το έργο του Φιλόλαου, εξαιρετικής αξίας και σημασίας, εγκαινιάζεται από τον ίδιο τον Υπουργό του ΥΠΕΧΩΔΕ. κ. Κώστα Λαλιώτη παρουσία των Ευάγγελου Βενιζέλου, Άκη Τσοχατζόπουλου και Γιάννη Μαγκριώτη.

Η γλυπτική διαμόρφωση του Φιλόλαου συνυπάρχει αρμονικά με το σημαντικό έργο του Ζογγολόπουλου, τις κινούμενες ομπρέλες, δωρεά εξ ημισείας από τον Πρόδρομο Εμφιετζόγλου και την εταιρεία Μπάρμπα Στάθης, της Αίνης Μιχαηλίδου μέλους του Δ.Σ., και με τα έργα Κουλεντιανού, δωρεά της εταιρίας «Δ. & Α. Καλλιτσάντσης, Ελληνική Τεχνοδομική, Σύμβουλοι Μηχανικοί Ο.Ε., Στήβεν Αντωνάκου, Λουκόπουλου.

Η Τρίτη επέκταση του μουσείου (2.450 τετρ. μέτρα) έχει πολλά και δύσκολα επίπεδα αλληλοκαλυπτόμενων ενεργειών. Ξεκινά επί προεδρίας Αντώνη Κούρτη, όταν η ΔΕΘ/ HELEXPO αποφασίζει τη χωροταξική ανάπλαση των περιπτέρων της και αναθέτει στον αρχιτέκτονα καθηγητή του ΑΠΘ Γιώργο Κύρου, ο οποίος διατελούσε και πρόεδρος του ρυθμιστικού σχεδίου της Θεσσαλονίκης, να μελετήσει το θέμα σε ερευνητικό πρόγραμμα.

Η πρόεδρος καταθέτει εμπεριστατωμένη πρόταση για την ανάγκη επέκτασης του μουσείου, με την κάλυψη ενός τμήματος δρόμίσκου δευτερευούσης σημασίας, παράλληλου με την υφιστάμενη κτιριακή ενότητα, δηλ. ενός είδους στοάς. Το εν λόγω θέμα αποκτά υπόσταση μόνον όταν γίνεται γνωστό από ιδρυτικό μέλος του ΜΚΣΤ, τον καθηγητή αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ Πάνο Τζώνο, ότι το πρόγραμμα EFTA της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, διαθέτει πόρους (Grants) για πολιτιστικά κτίρια. Αμέσως, η Πρόεδρος συντάσσει μια αρχιτεκτονική προμελέτη στο προτεινόμενο τμήμα επέκτασης, ενώ το Curriculum Vitae του μουσείου επιμελείται το μέλος του Δ.Σ. καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης & Μουσειολογίας του ΑΠΘ, Ματούλα Σκαλτσά.

Όλα αυτά, μαζί με τους καταλόγους των εκθέσεων και τον χρονικό προγραμματισμό λειτουργίας για τα επόμενα έτη, παρουσιάζονται από την Πρόεδρο στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας στην Αθήνα. Η πρόταση ξαφνιάζει ευνοϊκά την Διευθύντρια του Προγράμματος κ. Ρούλα Ελευθεριάδου, η οποία δηλώνει άγνοια της ύπαρξης ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης στη Θεσσαλονίκη, δημιουργοί του οποίου είναι κατά κύριο λόγο οι εθελοντές, πλην όμως δηλώνει ότι το πρόγραμμα έχει σχεδόν κλείσει.

Η πρόεδρος επιμένει να αφήσει την πρόταση στην Τράπεζα, μήπως φανεί καθοδόν κάποια νέα ευκαιρία. Πράγματι, μετά ένα μήνα η Τράπεζα ανακοινώνει την απόφασή της για μια χρηματοδότηση 1 δις δρχ. από τα οποία 850 εκ. δρχ. θα διαθέσει η ίδια, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 150 εκ. δρχ. θα πρέπει να διατεθεί από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.

Εδώ αρχίζει ένας νέος κύκλος προσπαθειών, αφενός μεν να δεχθεί το Υπουργείο την διάθεση του κονδυλίου, αφετέρου δε να δοθεί νέο χρησιδάνειο από την ΔΕΘ/HELEXPO. Πρώτον, ο Υφυπουργός Χρήστος Πάχτας ανταποκρίνεται θετικά όταν πληροφορείται τον εθελοντισμό ως κύριο άξονα ενεργειών του μουσείου. Δεύτερον, και μετά από πολλές και επίμονες διαπραγματεύσεις με τον πρόεδρο της ΔΕΘ/HELEXPO κ. Γιώργο Σορτίκο και την πρόεδρο του ΜΜΣΤ, ο πρώτος πείθεται για την χρησιμότητα της απόφασης και τελικά συντάσσεται νέα σύμβαση χρησιδανείου, που συμπεριλαμβάνει και το προαναφερθέν οικόπεδο.

Ωστόσο, ως εγγύηση της δωρεάς, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, ζητά, πέρα από την συγκατάθεση του Υπουργείου για τη συμμετοχή του στην κατασκευή, και γραπτή ανάληψη της υποχρέωσης συνδρομής του Υπουργείου στην λειτουργία του μουσείου.

Έτσι με την δωρεά των νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων προμελέτης και οριστικής μελέτης, από την Πρόεδρο Ξανθή Σκαρπιά-Χόιπελ, στατικών σχεδίων από τον Νικόλαο Ασμενιάδη και Ηλεκτρομηχανολογικών από τον Ιούλιο Άμποττ, ξεκινά και η δημοπράτηση του έργου.

Τα νέα σχέδια αυτή τη φορά περιλαμβάνουν και την κάλυψη των δύο επιπέδων του δρόμου, δηλ. προσαρτάται και ο χώρος της στοάς σε αυτά, αυξάνοντας τα 1.500 τετρ. μετρ. σε 2.450, με το ίδιο οικονομικό τίμημα, φροντίζοντας να αλλαχθούν τα υλικά και η αμοιβή των επιβλέψεων να καλυφθεί με δωρεές.

Το έργο δημοπρατείται ως μελετοκατασκευή και επιλέγεται η τεχνική εταιρία ΑΡΧΙΤΕΧ ΑΤΕ η οποία αναθέτει τις μελέτες εφαρμογής ως εξής: αρχιτεκτονική μελέτη από τα γραφεία Κ. Αντωνίου – Ε. Κάστρο & Μ. Ρόκκου & Συνεργάτες, στατική μελέτη από την τεχνική εταιρία DELCO Ε.Π.Ε. Ν. Δεληγιαννίδης & Σία και ηλεκτρομηχανολογική μελέτη από το τεχνικό γραφείο Δ. Μπόζη. Την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών μελετών αναλαμβάνει, ως δωρεά, η πρόεδρος Ξανθή Σκαρπιά- Χόιπελ, με την Μαρία Τριανταφυλλίδου, διευθύντρια του διοικητικού προσωπικού του μουσείου, την επίβλεψη των στατικών μελετών, ως δωρεά ο Γενικός Γραμματέας Αργύρης Μαλτσίδης. Την ειδική επίβλεψη των στατικών αναλαμβάνει ο Νικόλαος Ασμενιάδης και των ηλεκτρομηχανολογικών ο Γιάννης Βακιάνης. Την οικονομοτεχνική διεκπεραίωση του έργου αναλαμβάνουν: Αργύρης Μαλτσίδης, Σκαρπιά Χόιπελ, Μαρία Τριανταφυλλίδου.

Το έργο παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες στην επίβλεψη, αφού μόλις αρχίζουν οι εκσκαφές, ανακαλύπτεται ένα ολόκληρο νεκροταφείο από 270 τάφους. Στην διεκπεραίωση και στην πρόοδο της αρχαιολογικής έρευνας σημαντική βοήθεια παρείχε το Υπουργείο Πολιτισμού. Ο Υπουργός κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, δια της Γενικής Γραμματέως κ. Λίνας Μενδώνη, εγκρίνει την διάθεση επί πλέον οικονομικών πόρων για περισσότερα αρχαιολογικά συνεργεία, προκειμένου η αρχαιολογική έρευνα να παρουσιάσει γρηγορότερους ρυθμούς, έτσι ώστε να μην χαθεί η χρηματοδότηση της Τράπεζας, η οποία έχει θέσει ορισμένο χρονοδιάγραμμα για την απορρόφηση των κονδυλίων.

Έτσι το 2002, το κτίριο, που περατώνεται με επαίνους από την Τράπεζα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκη εντός της ΔΕΘ−HELEXPO, γίνεται το πρώτο μουσείο σύγχρονης τέχνης της Ελλάδας. Τα εγκαίνια κηρύσσονται από τον Υπουργό Πολιτισμού Ευάγγελο Βενιζέλο και τον Υφυπουργό Χρήστο Πάχτα και τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Το μέγεθός του ανέρχεται πλέον στα 4.450 τετρ. μετρ. και περιλαμβάνει νέους εκθεσιακούς χώρους, βιβλιοθήκη, αμφιθέατρο πολλαπλών χρήσεων, εκπαιδευτικά εργαστήρια, χώρους διοίκησης, art shop, café, καθώς και αποθηκευτικούς χώρους, ενώ κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων απολαμβάνει της αποδοχής και 160 καλλιτεχνών που δωρίζουν έργα τους και των συλλεκτών που του εμπιστεύονται τις συλλογές τους, όπως ο Αλέξανδρος Ξύδης, ο Γιώργος Απέργης, ο Δημήτρης Μεϊμάρογλου, η Μάγδα Κοτζιά, κα.

Το Μουσείο, με ένα δυναμικό διοικητικό συμβούλιο της ίδιας περίπου σύνθεσης (νέο μέλος ο Πέτρος Ράσογλου, γιατρός οφθαλμίατρος και η Λορέττα Κωνσταντινίδου, επιχειρηματίας), από την ημερομηνία της Ιδρύσεώς του και με μια δυναμική εικαστική επιτροπή (με τα εξής μέλη: Ξανθή Σκαρπιά-Χόιπελ, Δρ. αρχιτέκτων, καθηγήτρια ΑΠΘ, Κατερίνα Καμάρα Κοινωνιολόγος – Υπεύθυνη της Αίθουσας Τέχνης ΖΗΤΑ ΜΙ , Μάρω Λάγια Υπεύθυνη της Αίθουσας Τέχνης ΖΗΤΑ ΜΙ, Αλεξάνδρα Μπουτάρη Διπλωματούχος διακοσμήτρια- επιχειρηματίας, Ματούλα Σκαλτσά καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης και Μουσειολογίας) αποτελεί ένα δυναμικό πολιτιστικό πυρήνα στην πόλη , ο οποίος προβάλλει και στηρίζει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία και φέρνει το ελληνικό κοινό σε επαφή με την ελληνική και διεθνή εικαστική πραγματικότητα, μέσα από επιτυχείς εκθέσεις, παράλληλες εκδηλώσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Το μουσείο, από το 2006, έχει και τη στήριξη ενός αξιόλογου καλλιτεχνικού Διευθυντή, γνωστού τόσο στον ελληνικό όσο και στον ευρωπαϊκό εικαστικό χώρο, του ιστορικού της τέχνης Ντένη Ζαχαρόπουλου.

Επίσης το μουσείο στηρίζεται και από το Διοικητικό Συμβούλιο του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης, Αρχιτεκτονικής και Βιομηχανικού Σχεδιασμού και τους φίλους του και έχει συνεργασίες με φορείς της πνευματικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής του τόπου.

Για αυτή τη μοναδική ιστορία του, που βασίζεται σε διαπροσωπικές σχέσεις εθελοντισμού, ενισχύεται από την Πολιτεία σε όλα τα λειτουργικά του έξοδα, και σε προγράμματα Πολιτισμού, ενώ το πρόγραμμα των εκθέσεων και των εκδηλώσεων καλύπτεται αποκλειστικά από τις χορηγίες.

Έτσι το 2002-2004: Εγκρίνεται και πραγματοποιείται με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Πολιτισμός» του Γ’ Κ.Π.Σ. το έργο «ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΏΝ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ» (ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ), με το οποίο οι χώροι του μουσείου εξοπλίζονται, συντηρούνται, αξιοποιούνται και αναβαθμίζονται:

  • Με οπτικοακουστικό εξοπλισμό και επίπλωση, η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και το video room
  • Με εξοπλισμό και επίπλωση η βιβλιοθήκη του μουσείου και οι αποθήκες έργων
  • Με σύστημα οπτικοακουστικής υποστήριξης, αυτόματης ξενάγησης και ειδικό φωτισμό, οι εκθεσιακοί χώροι του μουσείου, εσωτερικά και εξωτερικά
  • Με σύστημα ειδικού, για μουσεία, συστήματος πυρόσβεσης φιλικής προς τον άνθρωπο και τα έργα τέχνης
  • Επίσης, στους χώρους της νέας επέκτασης πραγματοποιείται μεγάλη έκθεση έργων της συλλογής του μουσείου, ενώ παράλληλα αναδεικνύονται σε ειδικούς χώρους δωρεές έργων του Αχιλλέα Απέργη και της Χρύσας.
  • Συντηρούνται, επίσης, και αναδεικνύονται in situ, ρωμαϊκά ταφικά μνημεία που ευρέθησαν κατά την εκσκαφή της θεμελίωσης της επέκτασης του μουσείου, των οποίων η διατήρηση αποφασίσθηκε από το Αρχαιολογικό Συμβούλιο ύστερα από πρόταση της ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ
  • Συντηρούνται οι παλιοί χώροι του μουσείου, αναβαθμίζονται οι υπόγειοι αποθηκευτικοί χώροι του και αναδιαμορφώνεται το πωλητήριό του
  • Επιτυγχάνεται στέγαση υπαιθρίων χώρων του και συσκοτίζονται εσωτερικά υαλοστάσια και skylights, ενώ ενισχύεται παράλληλα με ρολά ασφαλείας η εξωτερική του όψη
  • Ενισχύεται η ηχητική του εγκατάσταση
  • Εξοπλίζονται τα εκπαιδευτικά του εργαστήρια

2005-2006: Εγκρίνεται και πραγματοποιείται με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας» του Γ’ Κ.Π.Σ. το έργο :

  • Δημιουργία και ανάπτυξη ψηφιακής συλλογής έργων τέχνης του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, δημιουργία και προώθηση ηλεκτρονικών δίγλωσσων εκδόσεων της συλλογής, καθώς και δημιουργία κόμβου πληροφόρησης του κοινού

με το οποίο το μουσείο

  • αναβαθμίζεται ηλεκτρονικά, οργανώνοντας την ψηφιακή καταχώρηση και έλεγχο των συλλογών και όλων των αρχείων του,
  • αποκτά θέση στο διαδίκτυο.

Περισσότερες πληροφορίες: